H Κατίνα ήταν όμορφο κορίτσι. Ψηλό, με λεπτή μέση και μακριά πόδια. Είχε πρόσωπο αρμονικό, με μεγάλα καστανά μάτια και μακριά μαλλιά σκάλες, σκάλες που έφταναν ως τη μέση της.

Η Κατίνα είχε και ένα κουσούρι όμως. Δεν γεννήθηκε μ΄αυτό. Της έτυχε. Έπεσε όταν ήταν μικράκι και χτύπησε στο κεφάλι. Και μετά σταμάτησε να ακούει.

Λίγο πιο μετά σταμάτησε και να μιλάει. Έλεγε κάποιες λέξεις, βασικές, ίσα να συνεννοείται αλλά κουβέντα δεν μπορούσες να ανοίξεις. Δεν ήταν χαζή. Αλλά χρόνια μέσα στην βουβαμάρα, το μυαλό της ίσως σταμάτησε κάποια στιγμή να κόβει σαν ξυράφι.

Κοπέλα σαν τα κρύα τα νερά ήταν η Κατίνα. Και νοικοκυρά από τις λίγες στο χωριό. Ακούραστη όλη μέρα, στο ζύμωμα, στη μπουγάδα, στο μαγείρεμα. Στιγμή δεν σταματούσε.

Και αγαπούσε και τον Κώστα αλλά, που κουβέντα στον αδερφό της. Πώς να του το πει και πώς εκείνος να την ακούσει. Θα τη σκότωνε αν καταλάβαινε ότι έριξε τα μάτια της σε άντρα πάνω. Της έτρωγε τα σωθικά ο έρωτας της για το γειτονόπουλο και όταν έμαθε ότι θα έφευγε για την Αμερική ο Κώστας της , μήνες έκλαιγε κρυφά και δάγκωνε το μαξιλάρι της το βράδυ. Και ευχόταν και έλπιζε ότι μια μέρα θα γυρνούσε να την πάρει μαζί του.

Χρόνια τον περίμενε… μάταια.

Από την άλλη, τα προξενιά δεν έλειπαν για εκείνη. Λίγο ένοιαζε τους γαμπρούς στο χωριό αν η νύφη άκουγε καλά και το ότι ήταν σχεδόν μουγκή, τους φαινόταν άριστο προσόν.
Καλή νοικοκυρά, όμορφη κοπέλα με προίκα και μουγκή, κελεπούρι τη θεωρούσαν. Για συζήτηση, θα πήγαιναν στο καφενείο δεν είχαν ανάγκη τη γυναίκα τους.

Δεν την έδινε ο αδερφός της όμως σε κανέναν.
« Έτσι μουγκή που είναι» φοβόταν «θα την κακομεταχειρίζονται κι εκείνη δεν θα μπορεί ούτε κιχ να βγάλει. Ας κάτσει μαζί μας, να βοηθάει στο σπίτι με τα κουτσούβελα, ας μεγαλώσει τα ανίψια της» έλεγε.

Κι έτσι η όμορφη Κατίνα δεν κράτησε παιδί δικό της στην αγκαλιά της.

Δεν μαγείρεψε ποτέ για τον άντρα της.

Δεν γιόρτασε ποτέ στο δικό της το σπίτι.

Έζησε σχεδόν 100 χρόνια με τις σκέψεις της , στην ερημιά της, μην ακούγοντας σχεδόν καθόλου και μιλώντας ελάχιστα.

Έζησε σχεδόν 100 χρόνια με τη σκέψη του Κώστα που αγάπησε και ευχόταν όταν γεράσει και πεθάνει να τη θάψουν τουλάχιστον κοντά του.

Όμως αυτή η γυναίκα, που η ζωή τόσο κατάφωρα θα έλεγε κανείς ότι αδίκησε, είχε μια έμφυτη αισιοδοξία και τσαγανό που σπάνια συναντάς.

Ποτέ δεν το έβαλε κάτω. Κουφή και μουγκή, γριά, χωρίς δόντια και με σπασμένο πόδι, δεν δεχόταν να συνθηκολογήσει με το θάνατο.

Έλεγε ότι έχει πολλές Λαμπρές ακόμη να δει πριν πεθάνει κι ας ήταν πάνω από 90. Γαντζωνόταν από τη ζωή, ίσως γιατί μέσα στην ατέρμονη σιωπή της είχε καταλάβει πόσο αξίζει να αντικρίζεις τον ήλιο κάθε πρωί. Πόσο αξίζει να μυρίσεις τον φρεσκοκομμένο σου καφέ. Πόσο όμορφο είναι να βλέπεις μωρά στα καρότσια και το ουράνιο τόξο στον ουρανό μετά τη βροχή.
Η Κατίνα πέθανε πλήρης ημερών αν και οι μέρες της δεν υπήρξαν όσο πλήρεις εκείνη θα ήθελε. Πέθανε με ένα παράπονο, που δεν κατάφερε κι εκείνη να πάει στην Αμερική. Που δεν την άφησαν να παντρευτεί. Και που δεν ξαναείδε τον Κώστα της.

Και με άφησε να αναρωτιέμαι πόσο σπουδαίοι πιστεύουμε ότι είμαστε μέσα στην υπερφίαλα ματαιόδοξη δύναμη μας, που μας εγκαταλείπει τόσο εύκολα όταν εμείς τη χρειαζόμαστε περισσότερο από ποτέ.

Το σπουδαιότερο μάθημα ζωής το πήρα από μια γυναίκα που δεν πέρασε ούτε την πόρτα της πρώτης δημοτικού.
Και προσπαθώ να το θυμάμαι κάθε μέρα που περνάει.

Πηγή : http://brightsideofmom.gr/

Βρείτε μας στο facebook

SFbBox by psd to html